Ο Νίκος Καζαντζάκης για την ναζιστική κατοχή στην Κρήτη



Συμπληρώνονται σήμερα 56 χρόνια από την ημέρα - 26 Οκτωβρίου 1957 - που ο Νίκος Καζαντζάκης άφησε την τελευταία του πνοή στο Φράιμπουργκ της Γερμανίας προ-παραμονή της Εθνικής μας εορτής!
Δεν είναι ευρέως γνωστό, αλλά ο Ν.Καζαντζάκης συμμετείχε το 1945 ως μέλος της Επιτροπής Διαπιστώσεως Ωμοτήτων  που είχαν διαπραχθεί στην Κρήτη από τους Ναζιστές!
Τα πορίσματα αυτής της Επιτροπής δημοσιεύτηκαν σε βιβλίο και τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους ο Νίκος Καζαντζάκης έδωσε συνέντευξη στον Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών με τις εντυπώσεις του από την συμμετοχή του σ’αυτή την Επιτροπή !
Ο λόγος τους, ο προφορικός, μεταγραμμένος εδώ, συναρπάζει όπως και όλη η φιλοσοφική του σκέψη!

Η ραδιοφωνική ομιλία

«Σοβαρό είναι το πρόσωπο της Κρήτης. Πολυβασανισμένο. Μαδάρες γυμνές, τραχειές, αγέλαστες. Κοιτάζεις από το αεροπλάνο την Κρήτη ν’ απλώνεται στη θάλασσα και νιώθεις πως αληθινά το νησί τούτο είναι γιοφύρι ανάμεσα σε τρεις ηπείρους. Σημαδεμένο κι απ’ τις τρεις τούτες μεγάλες Μοίρες. Για πρώτη φορά στην Ευρώπη πήδηξε κι έχτισε φωλιά στην Κρήτη το πεινασμένο αρπαχτικό πουλί που το λέμε Πνεύμα. Άπλωσε τις φτερούγες στο Κρητικό χώμα και γέννησε το μυστηριώδη, βουβό ακόμα, όλο ζωή χάρη, κίνηση και λαμπρότητα, Κρητικό πολιτισμό. 
Η Κρήτη έχει αληθινά κάτι το πανάρχαιο, το άγιο, το πικραμένο και περήφανο που έχουν οι χαροκαμένες μάνες που γέννησαν παλληκάρια. Έχει τόσο πολύ πολεμήσει και υποφέρει η γης ετούτη, έχει τόσο πολύ συνηθίσει το θάνατο, που τον ξεφοβήθηκε πια και μπορεί να γελάει και να παίζει μαζί του. 
Σαράντα μέρες γύριζα το περασμένο καλοκαίρι την Κρήτη για να δω τα χωριά που γκρέμισαν κι έκαψαν οι βάρβαροι και τους άντρες και τις γυναίκες που τους έντυσαν τη μαύρη αρματωσιά του πένθους. Περίμενα ν’ ακούσω κλάματα και να δω χέρια ν’ απλώνονται να ζητούν βοήθεια. Και βρήκα ανυπόταχτες, απαράδοτες ψυχές και κορμιά μισόγυμνα, πεινασμένα και αλύγιστα.
Τι δύναμη και τι αντοχή είναι τούτη, συλλογιζόμουν, και πού βρίσκουν τα κορμιά τούτα τόση ψυχή; Και ποια ακριτική πνοή τούς δίνει τόση αψηφισιά να παλεύουν με το θάνατο; 
Οι Κρητικοί αλήθεια αγαπούν παράφορα τη ζωή και συνάμα ποτέ δε φοβούνται το θάνατο. Μέσα από τα χαλασμένα χωριά που πέρασα, πάνω από τα νεοανοιγμένα μνήματα που δρασκέλισα, πίσω από τις κουβέντες που άκουσα, ακατάπαυστα διαπίστωσα τούτη δισυπόστατη παλληκαριά: παράφορη αγάπη για τη ζωή και άφοβο αντίκρυσμα του θανάτου. 
Τούτος είναι και ο πρώτος πολύτιμος καρπός που γεύεται όποιος τώρα που καπνίζουν ακόμα τα ερείπια κι είναι ακόμα νωπά τα αίματα στις πέτρες, περιοδεύει τα χωριά της Κρήτης. 
Αδάμαστες ψυχές οι Κρητικοί, χιλιάδες τώρα χρόνια, παλεύουν στα κακοτράχηλα Κρητικά βουνά την πείνα, τη γύμνια, τους βαρβάρους. Κι ούτε η μοίρα, ούτε οι άνθρωποι μπορούν ποτέ να τους κάμουν να σκύψουν το κεφάλι. 
Οι Κρητικοί όπως όλες οι γενναίες ψυχές στην άκρα απελπισία βρίσκουν τη λύτρωση. Πολλοί Κρητικοί, μπροστά από τα τουφέκια των Γερμανών τη στιγμή που θα τουφεκίζονταν, έβρισκαν τη γαλήνη, και όχι μονάχα τη γαλήνη παρά και τη χαρά της αδάμαστης ψυχής που αγαλλιάζει γιατί της δίνεται η ευκαιρία να δείξει την αρετή της. Πολλοί την ύστερη στιγμή, μπροστά από το εχτελεστικό απόσπασμα τραγουδούσαν μαντινάδες Κρητικές ή τον Εθνικό Ύμνο. 
Στα Χανιά, μέσα από το γκρεμισμένο σπίτι του, ένας γεροντάκος πρόβαλε και μας είπε:
-Έναν δάσκαλο, τον λέγαν Παπαδάκη, πήγαιναν να τον εκτελέσουν. Ένας μαθητής του τού λέει: γιατί να σκοτωθείς; Να φύγεις. Κι ο δάσκαλος τού αποκρίθηκε. Όχι, εγώ αυτό που τόσα χρόνια σάς δίδασκα τώρα θα εφαρμόσω, θα πεθάνω για την Πατρίδα. 
Στην κρίσιμη αυτή στιγμή κι οι πιο σακάτες γίνουνταν ήρωες. Στις φοβερές φυλακές της Αγιάς, κοντά στα Χανιά, οι Γερμανοί διάλεξαν 42 παλληκάρια (διάλεγαν πάντα τους καλύτερους) και πήγαιναν να τους σκοτώσουν. Στο δρόμο ένας σακάτης, καμπούρης, τους συνάντησε. «Σταθήτε», φώναξε στους Γερμανούς. «Σκοτώστε με εμένα να γλυτώση ένα παλληκάρι». «Όχι, φύγε», του είπαν εκείνοι. «Τότε σκοτώστε με και μένα να γίνουν 43», φώναξε ο καμπούρης. «Ντρέπουμαι να ζω εγώ ο σακάτης και να σκοτωθούν τούτοι οι λεβέντες».
Ανήμπορες γρηές, γέροι σαράβαλα, σήκωσαν τη φωνή τους και μιλούσαν ατρόμητα στους Γερμανούς.
Σ’ ένα ωραιότατο χωριό, στα Μεσκλά, μια γρηά έκρυβε εξ μήνες με κίντυνο της ζωής της, δυο Εγγλέζους στο σπίτι της. Μια μέρα οι Γερμανοί τούς ανακάλυψαν, τους έπιασαν. Η γρηά τρέχει στον άγριο Γερμανό φρούραρχο, στάθηκε μπροστά του, του φώναξε. 
-Να ξέρεις, Κομαντάτε, πως όλες οι μανάδες στον κόσμο πονούνε κι αυτός ο πόνος των μανάδων θα φάει τη Γερμανία. Η Γερμανία θα χαθή, βάνω την κεφαλή μου. Βάνεις στοίχημα, Κομαντάτε; Εγώ βάνω την κεφαλή μου. 
Στεκόταν απάνω σε μια πέτρα, απόξω από το καμμένο σπίτι της η γρηά τούτη και μας μιλούσε, με ορθό το κεφάλι, κουρελιασμένη σα φάντασμα. Τι δύναμη λοιπόν έχει η ψυχή του ανθρώπου και πώς μπορεί να νικήσει το θάνατο, συλλογιζόμουν!
Άοπλοι, ανοργάνωτοι, χωρίς βοήθεια από κανένα, οι Κρητικοί από τα χωριά, από τα βουνά κατέβαιναν στ’ ακρογιάλια να υπερασπιστούν το νησί τους από τους άγριους, πάνοπλους αλεξιπτωτιστές που κατέβαιναν. Στις 19 του Μάη (σ. «Π»: οι αλεξιπτωτιστές έπεσαν στις 20 Μαΐου 1941, αλλά άγνωστο γιατί ο Καζαντζάκης αναφέρει την 19η Μαΐου ) σκοτείνιασε ο ουρανός της Κρήτης από τα αεροπλάνα, άρχισαν οι βομβαρδισμοί, οι πρώτοι αλεξιπτωτιστές έπεφταν στο αεροδρόμιο του Μάλεμε, κοντά στα Χανιά, ύστερα στο Ρέθυμνο, στο Ηράκλειο, παντού. 
Ένας γέρος, από ένα χωριουδάκι κοντά στο Μάλεμε, μας διηγείται:
-Ευθύς ως είδαμε τα’ αεροπλάνα, φωνάξαμε: Απάνω τους μωρέ παιδιά. Πήραμε τ’ άρματα και χυθήκαμε. 
-Ποια άρματα, ρώτησα. Είχατε άρματα;
-Πώς δεν είχαμε; Άλλοι είχαν παλιές καραμπίνες, άλλοι μαχαίρες κι άλλοι ραβδιά. Την ώρα που έπεφτε ένας ουρανίτης ήταν ακόμη ζαλισμένος και μεις χιμούσαμε απάνω του, τον σκοτώναμε με τα ραβδιά, με τις μαχαίρες, τον ξαρματώναμε και σιγά – σιγά γέμισε και μας η φούχτα μας πολυβόλο και περίστροφο.
Οι Γερμανοί είχαν ορίσει να πάρουν την Κρήτη σε 24 ώρες. Η παραμικρή αργοπορία θα τους ήταν θανάσιμη. Ήξευραν πως οι Κρητικοί ήταν άοπλοι, πως όλοι οι νέοι ήταν επιστρατευμένοι και βρίσκονταν ακόμη στην Ελλάδα και πως οι Άγγλοι μήτε στρατό αρκετό είχαν μήτε αεροπλάνα. Ήταν λοιπόν σίγουροι πως σε 24 ώρες θα παίρναν την Κρήτη. Έκαμαν 8 μέρες. Εξ χιλιάδες αλεξιπτωτιστές σκοτώθηκαν από τα «ραβδιά» και τις «μαχαίρες».
Ένας Κρητικός χωριάτης όταν με είδε να ξαφνιάζομαι για την παλληκαριά και την αυτοθυσία των Κρητικών, μου είπε τα καταπληκτικά τούτα λόγια:
-Γιατί παραξενεύεσαι; Εμείς ξέραμε πως γράφαμε ιστορία. 
Δεν ξέρω αν υπάρχει στον κόσμο μια άλλη χώρα όπου οι χωρικοί να βλέπουν τον πόνο, τη θυσία, την ατομική τους καταστροφή από τόσο ύψος. Ήξερε ο Κρητικός αυτός χωριάτης ότι υπάρχει στον κόσμο τούτο ένα αγαθό ανώτερο από τη ζωή και πως για το αγαθό αυτό πάλαιψε και θυσιάστηκε όλη η ράτσα μας και πρέπει τώρα κι αυτός ο Κρητικός χωριάτης να παλαίψει και να θυσιαστεί. Και το αγαθό αυτό λέγεται ιστορία, δηλαδή υστεροφημία, δηλαδή αθανασία. 
Πιστεύουν στο αγαθό αυτό οι Κρητικοί, όπως πιστεύουν στην ελευθερία. Πολεμούν, ξεύρουνε πως αν μείνει τ’ όνομά τους θα μείνει και θα ζήση το έργο τους. Και τώρα που κανείς δε φαίνεται να θυμάται πως η Κρήτη έσωσε το Συμμαχικό αγώνα στην Εγγύς Ανατολή και πως επέδρασε οριστικά στην πορεία του Παγκοσμίου πολέμου και τώρα που μήτε οι ξένοι, μήτε η Ελλάδα φαίνονται να θυμούνται τη θυσία και την εποποιία της Κρήτης, οι Κρητικοί δεν έχασαν το θάρρος τους και την πίστη τους. Άστεγοι, πεινασμένοι, νικημένοι στέκουνται μέσα στα χαλάσματα των σπιτιών τους και δεν μιλούν, σφίγγουν τα χείλια τους και δεν μιλούν. Έκαμαν βλέπετε το χρέος τους και τα καλά παλληκάρια δεν προσμένουν αμοιβή. Η ιστορία που είναι σήμερα ένα με την ελευθερία θα τους κρίνει κάποτε. Και θα πει τότε για την υπερηφάνεια τους και την παλληκαριά τους και θα τους προβάλει τότε σαν παράδειγμα ηρωισμού και αυταπάρνησης σ’ όλους τους μεγάλους λαούς. 

-Δεν έχουμε σκαμνί να σε βάλουμε να καθήσεις, και δεν έχουμε ένα ποτήρι νερό να πιείς, δεν έχουμε ένα κομμάτι ψωμί αν πεινάς, δεν έχουμε τίποτα – τίποτα. Όλα μας τα ’καψαν και μας τα πήραν οι σκύλοι οι Γερμανοί.
Έτσι μούλεγαν κάτω από ένα πλάτανο, στη μέση του γκρεμισμένου χωριού, οι μαυροφόρες που ξεπρόβαλλαν από τα χαλάσματα. 
-Δεν έχουμε μήτε και άντρες να κουβεντιάσουν μαζί σου.
-Να μόνο τούτα τ’ αρσενικά απόμειναν, είπε μια χλωμή γυναικούλα, δείχνοντάς μου δυο – τρία μωρά που βύζαιναν στον κόρφο τους οι μανάδες.
-Φτάνουν αυτά για μαγιά!!! φώναξε μια γρηά. Τα ίδια δεν πάθαμε και στην επανάσταση του ’66; Εγώ ήμουν μικρή μα θυμούμαι. Δυο – τρία μωρά είχαν πάλι απομείνει κι από αυτά αναπιάστηκε πάλι όλο το χωριό. Μη φοβάστε, πάντα μαγιά απομένει.
Τα περισσότερα χωριά στην Κρήτη χάθηκαν, οι περισσότεροι άντρες σκοτώθηκαν γιατί φιλοξενούσαν Άγγλους. Σ’ ‘ένα χωριό, τα Μεσκλά, είδα μια μάνα που της είχαν σκοτώσει τους δυο γυιούς της γιατί είχε σπίτι της κι έκρυβε 9 μήνες δυο Άγγλους στρατιώτες. Το μαθαν αυτό οι Γερμανοί κι ήρθαν, της έκαψαν το σπίτι, της σκότωσαν τους γυιούς της, και τώρα στέκουνταν απόξω από τα χαλάσματα λιγνή, χαροκαμένη, με τα μάτια όλο φλόγα και μου μιλούσε. 
-Το ίδιο βράδυ που σκότωσαν τους γυιούς μου πέρασαν νύχτα βαθειά δυο Εγγλέζοι που τους κυνηγούσαν οι σκύλοι οι Γερμανοί. Κάπνιζε ακόμα το σπίτι μου, μα εγώ είχα τρυπώξει σε μια γωνιά και έκλαιγα. Με άκουσαν οι Εγγλέζοι, ζύγωσαν. Ψωμί, μου φώναξαν, ψωμί! Οι χωριανοί μού είχαν δώσει μια κουλούρα κριθαρόψωμο μα εγώ δεν είχα όρεξη να φάω, δεν κατέβαινε η μπουκιά από το λαιμό μου. Τους έδωκα το ψωμί. Κρύωναν, τους έδωκα και μια κουβέρτα που μου είχαν δώσει, βγήκα από τη γωνιά, τους έβαλα να κοιμηθούν.
-Γιατί τάκαμες όλα αυτά; ρώτησα. Οι Εγγλέζοι δε φταίγαν που σκότωσαν τους γυιούς σου; 
-Τόκανα, αποκρίθηκε, γιατί είχαν κι αυτοί μανάδες, κατέχω ήντα θα πει πόνος της μάνας.
Ανθρωπιά μεγάλη είναι τούτη, η μεγάλη ψυχή νικάει τον πόνο τον ατομικό και τον πιο φοβερό. Άκουγα τη γρηά και τα μάτια μου βούρκωναν. Ένα βράδυ μπήκα σε φτωχικό χαμόσπιτο, σ’ ένα Σφακιανό χωριό. Ο γέρο καπετάνιος, με τη μαύρη φέσα του, ο Κυριάκος Σπεριλάκης, κάθονταν πλάι στο τζάκι και κάπνιζε ένα μακρύ τσιμπούκι, κάθισα δίπλα του, έφερα την κουβέντα στο θάνατο.
Στράφηκε ο γέρος Σφακιανός και μου είπε:
-Χαρά στον άνθρωπο, παιδί μου, που βάνει δυο φορές τη μέρα το νου του το «θάνατο».
Κι ένας άλλος γέρος, εκατοχρονίτης, στον κάμπο της Μεσαράς μού είχε πει μια μέρα ένα μεγάλο λόγο. Τον ρώτησα:
-Πώς σου φάνηκε παππού η ζωή αυτή στα εκατό αυτά χρόνια;
-Σαν ένα ποτήρι κρύο νερό, μου αποκρίθηκε.
-Και διψάς ακόμη παππού;
Στράφηκε με κύτταξε με τα θολά μικρούτσικα μάτια του, σήκωσε τη χερούκλα του σα να καταριώταν και είπε: 
-Ανάθεμά τον που ξεδίψασε.
Οι δυσκολίες και οι τραχύτητες της ζωής δεν λυγίζουν την Κρητική ψυχή. Αντίθετα, την πυρώνουν και την δυναμώνουν. Γέρικη, αβόλευτη, τραχειά είναι η γη της Κρήτης. Κι όταν τα βουνά της κι οι θάλασσες ή οι ψυχές που πλάστηκαν από τέτοιους βράχους και τέτοιαν αρμύρα δεν σου επιτρέπουν ούτε στιγμή να βολευτείς, να γλυκαθείς, να πεις: Φτάνει. Τότε η Κρήτη έχει κάτι το απάνθρωπο, δεν ξέρω πια αν αγαπάει η μισεί τα παιδιά της, ένα μονάχα ξέρω: ότι τα μαστιγώνει ως το αίμα.
Υπάρχει και κάτι άλλο όμως στην Κρήτη, υπάρχει κάποια φλόγα – ας την πούμε ψυχή- κάτι πιο πάνω από τη ζωή και το θάνατο, που είναι δύσκολο να το ορίσεις, δηλαδή να το περιορίσεις. Υπάρχει αυτή η περηφάνεια, το πείσμα, ανέκφραστο κι αστάθμητο, που σε κάνει να χαίρεσαι που είσαι άνθρωπος. Να χαίρεσαι, μα και συνάμα να σου δίνει μεγάλη ευθύνη. Γιατί ενώ νοιώθεις πως έχεις χρέος να κάμεις ό,τι μπορείς για να σώσεις αυτό το λαό, εκείνος βλέπει την προσπάθειά σου με ειρωνεία και περιφρόνηση. Δεν έχει την ανάγκη κανενός για να σωθεί. Σώζει, δε σώζεται. Ένα μονάχα σου μένει τότε: να δοκιμάσεις να γίνεις άξιος αυτού του λαού, να κερδίσεις τη δύναμη της δικής του ψυχής, που ποτέ δεν καταδέχτηκε ν’ απατήσει τον εαυτό του ή τους άλλους και που πάντα τολμάει ν’ αντικρύζει, πρόσωπο με πρόσωπο, τη Θεά εκείνη που δεν κάνει χατήρια και δεν κάθεται στα πόδια κανενός, την αγέλαστη κι αδάκρυτη Θεά, την ευθύνη».

Κειμενο: Ξένη Μπαλωτή
Επιμέλεια Παρουσίασης: Αναστασία Τσαγκάρη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου